Athens Dental CenterAthens Dental Center
Forgot password?

Εμφυτεύματα

Αισθητική Οδοντιατρική

Εμφυτεύματα

Προσθετική

Άλλες Κλινικές

Επικοινωνία

Το εμφύτευμα συνδέεται με το οστό με μια διαδικασία γνωστή ως οστεοενσωμάτωση. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την τοποθέτηση του εμφυτεύματος στη γνάθο, την αναδιαμόρφωση του οστού γύρω από το εμφύτευμα, τη δημιουργία νεόπλαστου οστού και την ενασβεστίωση – ωρίμανσή του – με αποτέλεσμα την ενσωμάτωση του εμφυτεύματος στη γνάθο.

Η διαδικασία της οστεοενσωμάτωσης διαρκεί ορισμένους μήνες και εξαρτάται από πλήθος παραμέτρων όπως το υλικό κατασκευής του εμφυτεύματος, την αδρότητα της επιφάνειάς του, την ηλικία του ασθενή, την κατάσταση υγείας / φαρμακευτική αγωγή του ασθενή καθώς και την αναλογία σπογγώδους / συμπαγούς οστού . Ο κανόνας είναι πως απαιτείται χρονικό διάστημα 3-4 μηνών για την οστεοενσωμάτωση στην κάτω γνάθο και 5-6 μηνών στην άνω γνάθο.

Η διαδικασία της οστεοενσωμάτωσης δεν πρέπει να συγχέεται με τη διαδικασία της «φόρτισης» των εμφυτευμάτων δηλαδή της τοποθέτηση προσθετικής αποκατάστασης. Ο χρόνος οστεοενσωμάτωσης ορίζει τη χρονική στιγμή που ο ασθενής θα δεχτεί την τελική προσθετική αποκατάσταση – τα μόνιμα «δόντια» του και όπως αναφέρθηκε είναι γενικά για τα κάτω δόντια 3-4 μήνες και για τα άνω 5-6 μήνες. Ωστόσο ανάλογα με τον αριθμό των εμφυτευμάτων που τοποθετούνται, το είδος της επιφάνειας του εμφυτεύματος και την ποιότητα της γνάθου, είναι δυνατό ο ασθενής να «φορτίσει» τα εμφυτεύματά του με προσωρινές θήκες, γέφυρες ή οδοντοστοιχίες σε διάστημα λίγων εβδομάδων είτε άμεσα δηλαδή την ίδια ημέρα με την τοποθέτηση των εμφυτευμάτων.

Οι συνηθέστερες λύσεις είναι:

  • η κατασκευή κινητής προσθήκης (μασελάκι) με ακρυλικά – ροζ – άγκιστρα και
  • η γέφυρα Maryland ή Rochette.

Το μασελάκι είναι εύκολο στην εφαρμογή και αισθητικά ικανοποιητικό για τα πίσω δόντια. Μοιάζει με εφίππιο αλόγου με άγκιστρα μπροστά και πίσω που ασφαλίζουν τη θέση του μεταξύ των γειτονικών δοντιών. Ο ασθενής μπορεί να το φοράει σε όλη τη διάρκεια της ημέρας αν και είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του κατά τη μάσηση, οπότε και αφαιρείται από τον ασθενή.

Οι γέφυρες Maryland και Rochette εφαρμόζονται κυρίως στα πρόσθια δόντια ενώ παραλλαγές τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στα οπίσθια δόντια. Πλεονεκτούν σημαντικά έναντι της πρώτης λύσης διότι:

  • Είναι ακίνητες αποκαταστάσεις και επομένως είναι λειτουργικές σαν τα κανονικά δόντια.
  • Πλεονεκτούν αισθητικά.
  • Μπορούν να καθοδηγήσουν τη διάπλαση των ούλων και επομένως να οδηγήσουν σε αρτιότερη αισθητικά προσθετική αποκατάσταση του εμφυτεύματος.

Τα μειονέκτηματα των γεφυρών Maryland και Rochette είναι πως απαιτούν εξαιρετική ακρίβεια κατασκευής από το εργαστήριο και έχουν υψηλότερο κόστος.

Ένα. Αυτό ισχύει είτε το δόντι που έχει εξαχθεί είναι μονόρριζο είτε πολύρριζο.

Θεωρητικά μπορεί να τοποθετηθεί ένα εμφύτευμα για κάθε δόντι που έχει χαθεί. Ωστόσο εξαιτίας του αυξημένου κόστους αλλά και αισθητικών επιπλοκών στα πρόσθια δόντια, συνηθίζεται να τοποθετούνται τα εμφυτεύματα σε αραιότερη διάταξη και να ενώνονται με γέφυρα. Ο ακριβής αριθμός των εμφυτευμάτων που απαιτείται να τοποθετηθούν εξαρτάται από την ικανότητα στήριξής τους, δηλαδή το μήκος και τη διάμετρό τους, αλλά και από το μέγεθος των ασκούμενων μασητικών δυνάμεων, π.χ. αν ο ασθενής «σφίγγει» τα δόντια στον ύπνο του. Κατά κανόνα, ο ελάχιστος αριθμός εμφυτευμάτων σε ασθενή που έχει χάσει όλα τα δόντια του είναι 6 εμφυτεύματα ανά γνάθο, αν και τα τελευταία χρόνια έχει εφαρμοστεί και το «all in four concept» όπου 4 εμφυτεύματα με λοξή τοποθέτηση στηρίζουν ακίνητη γέφυρα. Εφόσον ωστόσο ο ασθενής επιθυμεί να διασφαλίσει μακροπρόθεσμη διάρκεια της αποκατάστασης είναι συνήθως καλύτερο να επιλέγονται λύσεις με μεγαλύτερο αριθμό εμφυτευμάτων.

Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν θέση στη σύγχρονη εμφυτευματολογία.

Η άμεση τοποθέτηση εμφυτευμάτων («άμεση εμφύτευση» )

  • μειώνει το χρόνο αναμονής μέχρι την τελική προσθετική εργασία ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις
  • μπορεί να βοηθήσει στην αισθητικότερη αποκατάσταση των προσθίων άνω δοντιών.

Μειονεκτεί ως προς:

  • το αυξημένο κόστος, διότι απαιτείται υποχρεωτικά χρήση οστικών μοσχευμάτων,
  • τη συχνότητα εκδήλωσης αισθητικών επιπλοκών (υφίζηση ούλων, αποκάλυψη μεταλλικού σπειρώματος κλπ) σε περίπτωση αποτυχίας της οστικής ανάπλασης, καθώς και στο γεγονός πως
  • αντενδείκνυται σε περιστατικά με ενεργή φλεγμονή (οξύ απόστημα, ενεργό κύστη, συρίγγιο κλπ)

Η έμμεση εμφύτευση θεωρείται ασφαλέστερη ως προς την πρόγνωσή της διότι:

  • το εμφύτευμα τοποθετείται σε ώριμο – επουλωμένο – φατνιακό οστό.
  • Οι μαλακοί ιστοί είναι ώριμοι και επαρκείς σε ποσότητα για την πραγματοποίηση αναπλαστικών τεχνικών.

Το κύριο μειονέκτημα της τεχνικής είναι η μεγαλύτερη χρονικά αναμονή μέχρι την τελική αποκατάσταση της περιοχής.

Ο κανόνας είναι τα εμφυτεύματα να συνδέονται με εμφυτεύματα και τα φυσικά δόντια με δόντια. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και με την προϋπόθεση τα φυσικά δόντια να έχουν άριστη περιοδοντική στήριξη, είναι δυνατό να γίνει σύνδεση δοντιών με εμφυτεύματα διαμέσου γέφυρας. Σε κάθε άλλη περίπτωση καλό είναι να επιλέγεται διαφορετική προσθετική αποκατάσταση.

Το κόστος για την τοποθέτηση των εμφυτευμάτων εξαρτάται:

  • από τον αριθμό των εμφυετευμάτων,
  • από τη μάρκα του εμφυτεύματος,
  • από την ανάγκη χρήσης οστικών μοσχευμάτων.

Το κόστος της προσθετικής αποκατάστασης των εμφυτευμάτων εξαρτάται:

από το είδος της προσθετκής (θήκη, γέφυρα ή οδοντοστοιχία),
το υλικό της προσθετικής (π.χ. γέφυρα από ζιρκόνιο ή απλή μεταλλοκεραμική),
από το κόστος των προσθετικών εμφυτευματικών εξαρτημάτων και
από το κόστος του οδοντοτεχνικού εργαστηρίου.

Ως κανόνα, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες διαθέτουν εξαρτήματα υψηλότερου κόστους. Ωστόσο στο σύνολό τους παρέχουν εγγυήσεις τόσο ως προς την οστεοενσωμάτωση των εμφυτευμάτων όσο και ως προς τη διαθεσιμότητα «ανταλλακτικών» σε βάθος χρόνου γεγονός που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη κατά την επιλογή του σχεδίου θεραπείας.

Φυσικά. Η κοινή σταθερά είναι πως το υλικό κατασκευής είναι ειδικό κράμα τιτανίου, αλλά ακόμα και σε αυτό το σημείο υπάρχει διαφοροποίηση ως προς το είδος του κράματος – και κατ’ επέκταση την ανθεκτικότητα του εμφυτεύματος στην κόπωση ενώ πλέον υπάρχουν και εμφυτεύματα που δεν είναι κατασκευασμένα εξολοκλήρου αλλά φέρουν απλά επικάλυψη τιτανίου ώστε να μειωθεί το τελικό κόστος κατασκευής.

Επιγραμματικά, διαφοροποίηση των εμφυτευμάτων υφίσταται ως προς:

  • την αναλογία του κράματος τιτανίου,
  • την επεξεργασία της μικροεπιφάνειας του εμφυτεύματος που σχετίζεται άμεσα με το ποσοστό και το χρόνο οστεοενσωμάτωσης του εμφυτεύματος,
  • το βάθος των αυλάκων του σπειρώματος,
  • την απόσταση μεταξύ των αυλάκων του σπειρώματος,
  • την αυχενική επεξεργασία του εμφυτεύματος ώστε να είναι φιλικότερο προς τα ούλα και
  • το μήκος και τη διάμετρο του εμφυτεύματος.

Οι παραπάνω παράμετροι καθορίζουν την αντοχή και την μακροβιότητα της εμφυτευματικής αποκατάστασης και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο σχεδιασμό της θεραπείας του ασθενή. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως κανόνας είναι ο καλύτερος σχεδιασμός να παρατηρείται στις ακριβότερες μάρκες που διαθέτουν και ειδικά τμήματα έρευνας και σχεδιασμού των εμφυτευμάτων.

Τα τιτάνιο είναι απόλυτα βιοσυμβατό με τον οργανισμό και έχει δοκιμαστεί με επιτυχία εδώ και αρκετές δεκαετίες στην ορθοπεδική. Στην οδοντιατρική, το ποστοστό οστεοενσωμάτωσης των εμφυτευμάτων τιτανίου είναι μεγαλύτερο του 95% και επομένως η οστεοενσωμάτωση θεωρείται προβλέψιμη και ασφαλής.

Όχι, η ηλικία δεν αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα εφόσον δεν συντρέχουν σοβαρά συστηματικά προβλήματα υγείας. Σε αυτό το σημείο ωστόσο πρέπει να διευκρινιστεί πως το νεαρό της ηλικίας αποτελεί αντένδειξη και επιτρέπεται να τοποθετούνται εμφυτεύματα μόνο σε άτομα που έχουν συμπληρώσει τη σωματική τους ανάπτυξη δηλαδή είναι μεγαλύτερα των 18-21 ετών, ειδάλλως είναι δυνατό να «εγκλωβιστούν» στο εσωτερικό της αναπτυσσόμενης γνάθου με σημαντικές επιπλοκές.

Ο ελεγχόμενος σακχαρώδης διαβήτης δεν αποτελεί αντένδειξη για την τοποθέτηση εμφυτευμάτων. Ωστόσο ο μη ελεγχόμενος σακχαρώδης διαβήτης πράγματι συνοδεύεται από αυξημένο ποσοστό αποτυχιών και σε τέτοιες περιπτώσεις ενδείκνυνται η επιλογή άλλων προσθετικών προσεγγίσεων. Ο πλέον ακριβής τρόπος ελέγχου των επιπέδων του σακχαρώδη διαβήτη είναι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και σε περίπτωση τοποθέτησης εμφυτευμάτων θα πρέπει να έχει τιμή μικρότερη του 7%.

Όπως συμβαίνει και με τις υπόλοιπες οδοντιατρικές πράξεις έτσι και η τοποθέτηση εμφυτευμάτων είναι καλό να αποφεύγεται κατά την εγκυμοσύνη. Στην εξαιρετική περίπτωση που η τοποθέτηση εμφυτευμάτων επείγει την ασθενή, θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει συμπληρωθεί το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και να υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του γυναικολόγου που παρακολουθεί την ασθενή.

Η λήψη ενέσιμων – (ενδοφλέβια λήψη) διφωσφονικών φαρμάκων (συνήθως για αντιμετώπιση ογκολογικών καταστάσεων) αποτελεί σχετική αντένδειξη και θα πρέπει να προηγείται έλεγχος του C – terminal τελοπεπτιδίου (CTX). Ασφαλής τιμή για την τοποθέτηση εμφυτευμάτων θεωρείται τιμή μεγαλύτερη των 150pg/ml. Αντίθετα η λήψη διφωσφονικών σκευασμάτων από το στόμα (συνήθως σε περιστατικά οστεοπενίας / οστεοπόρωσης) συνοδεύεται από σπανιότερες επιπλοκές και επομένως εφόσον υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του θεράποντα ιατρού, μπορεί να πραγματοποιηθεί η τοποθέτηση εμφυτευμάτων αφού και πάλι προηγηθεί έλεγχος του CTX.

Οι απόλυτες αντενδείξεις είναι:

  • Ασθενείς που έχουν κάνει πρόσφατα ακτινοβολία της κεφαλής ή του τραχήλου για την αντιμετώπιση καρκινικού όγκου.
  • Ασθενείς με εξαιρετικά κακή στοματική υγιεινή.
  • Ασθενείς με σοβαρά αιμορραγικά νοσήματα.
  • Ασθενείς με σοβαρά συστηματικά νοσήματα των οστών όπως η νόσος Paget.
  • Γυναίκες στο πρώτο τρίμηνο της κύησης.
  • Ηλικία μικρότερη των 18 ετών.

  • Καταρχήν πρέπει να πραγματοποιηθεί λεπτομερής εξέταση του ιατρικού ιστορικού του ασθενή ώστε να εξασφαλιστεί πως δεν συντρέχει κάποιο σοβαρή αντένδειξη για τοποθέτηση εμφυτευμάτων.
  • Στη συνέχεια ελέγχεται κλινικά η στοματική υγιεινή του ασθενούς με εστίαση στην περιοδοντική κατάσταση των υπολοίπων δοντιών.
  • Εφόσον ο παραπάνω έλεγχος είναι επιτυχής, πραγματοποιείται ακτινογραφικός έλεγχος με περιακρορριζικές ακτινογραφίες ή πανοραμική ακτινογραφία γνάθων ώστε να εκτιμηθεί το ύψος του οστού και ο βαθμός γειτνίασης της περιοχής με σημαντικά ανατομικά μόρια όπως το ιγμόρειο, η μύτη και το κάτω φατνιακό νεύρο.
  • Σε περίπτωση που ο ακτινολογικός έλεγχος δεν δίνει επαρκείς πληροφορίες για την ανατομία της περιοχής είναι επιθυμητό να πραγματοποιηθεί αξονική τομογραφία της γνάθου ( «dental-scan» ) οπότε απεικονίζονται τρισδιάστατα όλα τα ανατομικά μόρια με ακρίβεια δεκάτου του χιλιοστού.
  • Τέλος λαμβάνονται εκμαγεία και των δύο γνάθων ώστε να αναρτηθούν σε αρθρωτήρα και ο οδοντίατρος να εκτιμήσει τις τροποποιήσεις που πρέπει να πραγματοποιηθούν κατά την τοποθέτηση των εμφυτευμάτων ώστε η τελική προσθετική αποκατάσταση να είναι αισθητικά και λειτουργικά επιτυχής.

Η τοποθέτηση εμφυτευμάτων πραγματοποιείται κατά κανόνα σε κατάλληλα εξοπλισμένα οδοντιατρεία με τοπική αναισθησία, ίδια με αυτή που πραγματοποιείται και στην εξαγωγή δοντιών. Σε σπάνιες περιπτώσεις που ο ασθενής το απαιτήσει, είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί και μετά από ολική αναισθησία, οπότε σε αυτή την περίπτωση η επέμβαση πραγματοποιείται σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Με ολική αναισθησία πραγματοποιούνται επίσης περιστατικά που η τοποθέτηση εμφυτευμάτων συνδυάζεται με λήψη οστικών μοσχευμάτων από το λαγόνιο οστό ή την περόνη του ασθενή, πλέον όμως αυτή η προσέγγιση έχει περιοριστεί στο ελάχιστο και επιλέγονται κατά κανόνα άλλες προσεγγίσεις εξαιτίας των περισσότερων μετεγχειρητικών επιπλοκών.

Η τοποθέτηση των εμφυτευμάτων γίνεται υπό τοπική αναισθησία οπότε είναι ανώδυνη σε όλη τη διάρκεια της επέμβασης. Μετεγχειρητικά, ο ασθενής λαμβάνει απλά παυσίπονα για τα πρώτα 24ωρα οπότε ο πόνος είναι ελεγχόμενος και κατά κανόνα μπορεί να επιστρέψει στην εργασία του την επόμενη ημέρα, υπό την προϋπόθεση η εργασία να μην απαιτεί μεγάλη σωματική καταπόνηση.

Για την προστασία από τραυματισμό και επιμόλυνση της περιοχής είναι καλό για τα πρώτα 24ωρα ο ασθενής:

  • να κάνει τακτικά πλύσεις («μπουκώματα») με σκευάσματα χλωρεξιδίνης,
  • να μη βουρτσίζει την περιοχή εμφύτευσης μέχρι να πέσουν τα ράμματα,
  • να πραγματοποιεί σχολαστική στοματική υγιεινή στα υπόλοιπα δόντια,
  • να τρέφεται με μαλακή και χλιαρή ή κρύα διατροφή,
  • να μη φτύνει έντονα ώστε να μην σπάσουν τα ράμματα,
  • να περιορίσει όσο είναι δυνατό το κάπνισμα εφόσον είναι καπνιστής.
  • να αποφεύγει την έντονη σωματική καταπόνηση (γυμναστήριο, κολύμβηση κλπ).

Φυσικά. Για να αποφευχθεί η προσκόλληση στοματικών μικροβίων στην επιφάνεια των εμφυτευμάτων, πρέπει να τηρείται καθημερινή σχολαστική στοματική υγιεινή με οδοντόβουρτσα και μεσοδόντια βουρτσάκια ενώ είναι απαραίτητος και ο καθαρισμός τους στον οδοντίατρο κατ’ ελάχιστο 2 φορές το χρόνο με χρήση ειδικών ξέστρων για εμφυτεύματα.

Ο καθαρισμός των εμφυτευμάτων πρέπει να πραγματοποιείται 2-4 φορές το χρόνο ανάλογα με τη συνολική περιοδοντική κατάσταση του ασθενή και πραγματοποιείται με ειδικά ξέστρα υπερήχων ή ξέστρα χειρός για εμφυτεύματα. Επίσης είναι απαραίτητος ο ακτινολογικός έλεγχος των εμφυτευμάτων το 1ο και 2ο έτος και στη συνέχεια ανά 5ετία από την τοποθέτηση για την παρακολούθηση της ομαλής μετεγχειρητικής πορείας των εμφυτευμάτων.